| Αρχίζουν οι γιορτές του μεταξιού |
| στον μακρύ δρόμο του μεταξιού. |
| Λοιπόν εκεί πρόλαβε να μεταμορφωθεί |
| από κάμπια σε ψυχή πεταλούδα |
| «Μπρένθις η μαύρη πεταλούδα». |
| Όποιος τη δει φωνάζει τ' όνομά της |
| όποιος τη δει φωνάζει τ' όνομά της με φωνή παιδιού |
| Κι όλοι χορεύουνε μαζί και μόνοι |
| μαζί και μόνοι |
| σ' ένα έγχρωμο χορό |
| που όλο αλλάζει και ποτέ δεν τελειώνει. |
| Αρχίζουν οι γιορτές του μεταξιού. |
| Πρώτα πνίγουν την κάμπια… |
| μετά σε γρήγορες στροφές |
| κουβαρίστρες ζωντανές |
| τραβάνε απ' τα κουκούλια τις κλωστές που ιριδίζουν. |
| Με των ανέμων αρώματα ραντίζουν |
| ουράνια και δαιμόνια σώματα |
| κόσμημα στο στήθος τους |
| κι η μαύρη πεταλούδα καθρεφτίζει |
| άστρο που την τύλιξαν σύννεφα. |
| Όποιος τη δει φωνάζει τ' όνομά της |
| Μπρένθις, Μπρένθις |
| όποιος τη δει φωνάζει τ' όνομά της με φωνή παιδιού |
| Κι όλοι χορεύουνε μαζί και μόνοι |
| μαζί και μόνοι |
| σ' ένα έγχρωμο χορό |
| που όλο αλλάζει και ποτέ δεν τελειώνει. |
| Μακρύς ο δρόμος του μεταξιού |
| λοιπόν εκεί πρόλαβε να μεταμορφωθεί |
| από κάμπια σε ψυχή πεταλούδα. |
| Μπρένθις η μαύρη πεταλούδα. |
| Όποιος τη δει φωνάζει τ' όνομά της |
| όποιος πενθεί αυτήν ακολουθεί. |
| Όποιος πενθεί ακολουθεί το πέταγμα της |
| όμως η Μπρένθις, |
| πένθος δε γνωρίζει καν τι πάει να πει. |
| Κι όλοι χορεύουνε μαζί και μόνοι |
| μαζί και μόνοι |
| σ' ένα έγχρωμο χορό |
| που όλο αλλάζει και ποτέ δεν τελειώνει. |